ντροπαλός

-ή, -ό
1. αυτός που εύκολα νιώθει ντροπή
2. συνεσταλμένος, διστακτικός («είναι πολύ ντροπαλός και δεν τής μιλά για τα αισθήματά του»).
επίρρ...
ντροπαλά
με ντροπή, με συστολή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ἐντροπαλός < ἐντροπή + κατάλ. -αλός- (πρβλ. σιγ-αλός), με σίγηση τού αρκτικού φωνήεντος. Κατ' άλλη άποψη, η λ. έχει σχηματιστεί υποχωρητικά από το αρχ. ρ. ἐντροπαλίζομαι «στρέφω το κεφάλι και βλέπω προς τα πίσω, υποχωρώ», κατά τα επίθ. σε -αλός, ενώ κατ' άλλους η λ. ἐντροπαλός είναι αρχ. αλλά αμάρτυρη, από αυτήν μάλιστα προέρχεται το ομηρικό ἐντροπαλίζομαι].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ντροπαλός — [цдропалос] εκ. стыдливый, робкий …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ντροπαλός — ή, ό αυτός που νιώθει εύκολα ντροπή, που ντρέπεται εύκολα: Ντροπαλό παιδί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φιλαιδήμων — αίδημον, Α σεμνός, ντροπαλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + αἰδήμων «σεμνός, ντροπαλός»] …   Dictionary of Greek

  • Τίρσο ντε Μολίνα — (Tirso de Molina, ψευδώνυμο του Fray Gabriel Tellez, Μαδρίτη 1584; – Αλμαθάν, Σόρια 1648). Ισπανός θεατρικός συγγραφέας. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Αλκαλά ντε Ενάρες και μπήκε στο μοναχικό τάγμα των αδελφών του Ελέους. Έμεινε μερικά χρόνια στη …   Dictionary of Greek

  • αΐδυλος — ἀίδυλος, ον (Α) κατά τον Ησύχιο «θρασύς». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανότερη είναι η άποψη (τού Leumann) που θεωρεί τη λ. παραλλαγμένη μορφή τού ομηρικού επιθ. ἀήσυλος «πονηρός, φαύλος» (με τροπή τού η σε ι και τού σ σε δ πιθ.… …   Dictionary of Greek

  • αίσχος — το (Α αἶσχος) 1. αισχύνη, ντροπή 2. ατιμία, κακοήθεια 3. στον πληθ. τα αίσχη άσχημες, επαίσχυντες πράξεις νεοελλ. 1. άσχημος, κακός (με επιθετική προσδιοριστική λειτουργία), π.χ. «αυτός ο πίνακας είναι αίσχος» 2. «αίσχος» (επιφών. αποδοκιμασίας)… …   Dictionary of Greek

  • αιδήμων — αἰδήμων ( ονος), ον (Α) σεμνός, ντροπαλός, συνεσταλμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰδοῦμαι. ΠΑΡ. αἰδημοσύνη, μσν. αἰδημονικός] …   Dictionary of Greek

  • αιδεστικός — αἰδεστικός, ή, όν (Μ) [αἰδεστός] αυτός που έχει αιδημοσύνη, ντροπαλός …   Dictionary of Greek

  • αιδημονικός — αἰδημονικός, ή, ὸν (Μ) [αἰδήμων] ντροπαλός, σεμνός …   Dictionary of Greek

  • αιδοίος — αἰδοῑος, α, ον (Α) 1. ο άξιος σεβασμού, σεβαστός, σεβάσμιος, σεμνός, χρηστός 2. (για ξένους και ικέτες) αυτός που είναι άξιος προστασίας 3. (για πράγματα, όπως το γέρας ή ο χρυσός) αξιοσέβαστος, πολύτιμος 4. ο πλήρης σεβασμού, σεμνός, δειλός,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.